της Σίσσυς Χατζίδου
Ξημερώνει,
Το φως του ήλιου διαπερνά τις κουρτίνες του παραθύρου
Το δωμάτιο φωτίζεται, γεμίζει φως, διαλύει το σκοτάδι.
Το φως γλιστρά στις σκέψεις
Και τις ξετυλίγει μία-μία, αθόρυβα.
Σαν να θυμάται τα βήματα εκείνων
Που δε σώπασαν μέσα στο σκοτάδι
Και κουβαλούν μία σιωπή που δεν θα κοιμηθεί ποτέ.
Πέρασε από σπασμένα τζάμια, διαδηλώσεις, πορείες, δρόμους.
Δρόμους που θυμούνται ακόμα φωνές και δεν θα ξεχάσουν,
Δρόμους που βάφτηκαν με ανεξίτηλη κόκκινη μπογιά
Για να θυμίσουν σ’ εμάς, τους νέους, τι θα πει ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Στις πύλες και στα κάγκελα καρτερούν ακόμα οι ψίθυροι τους.
Κι αν πλησιάσεις, θα τους ακούσεις.
Εκείνοι που ονειρεύτηκαν ένα μέλλον
Και πάλεψαν για αυτό,
Σε μια εποχή που οι λέξεις κόστιζαν ακριβά.
Η κάμαρα μοιάζει μικρή για αυτήν την σκηνή.
Το φως ξεχειλίζει.
Κι εσύ, μπροστά στο παράθυρο,
Δεν βλέπεις απλώς την ημέρα να ανατέλλει.
Βλέπεις μια απόδειξη τρανή ότι, όταν το φως θελήσει,
διαπερνά το παράθυρο, τη σιωπή και την απραξία
και γίνεται αφορμή να αναστηθεί η Ελευθερία!