του Νίκου Τριανταφύλλου
Τι όμορφο που ήταν το κορίτσι!
μόλις είκοσι χρονών, έτοιμη να δει το κόσμο,
έτοιμη να απελευθερωθεί απ’ τα δεσμά του οίκου·
τρέχοντας να μάθει, ελεύθερη! Επιτέλους!
Έπεσαν οι βόμβες! σκούζει το ραδιόφωνο.
και ο ουρανός κοκκίνισε — κι ύστερα μαύρισε·
και η απόλυτη σιγή κατάπιε τον κρότο,
μαζί και την ελευθερία της. Συμφορά!
Ο πόλεμος έληξε! τσίριζε πανηγυρικά το ραδιόφωνο.
Και μετά: Οι πολέμιοι τελείωσαν! Σωροί πτωμάτων
στις πλατείες, στα σπίτια, στην κοινή γνώμη!
Και οι «σύμμαχοι» έπιναν χαρούμενοι κρασί. Συμπόσιο!
Το κορίτσι συμφώνησε, αγκάλιασε τους ζωντανούς
και έφτυσε περήφανα τα πτώματα·
Κανάγιες! Μου κλέψατε την ελευθερία! Δικαιοσύνη!
κραύγαζε παθιασμένα στον πλέον γαλάζιο -ελεύθερο- ουρανό.
Κι όλοι οι ζωντανοί χορέψαν ανέμελοι
φωνάζοντας Ελευθερία!
Γιατί;