της Ελένης Γιαρτζά
Στη σύγχρονη εποχή, έχει γίνει συχνό φαινόμενο να εκφράζει κανείς μια πολύ δογματική ή και ακραία άποψη και να ισχυρίζεται πως η Δημοκρατία τού παρέχει το δικαίωμα να εκδηλώσει αυτή του την πεποίθηση. Οχυρώνεται πίσω από την ελευθερία του λόγου και καταχράται την ελευθερία του λόγου για αθέμιτα κέρδη. Αυτός είναι και ο λόγος που σημειώνεται άνοδος στην κοινωνική και πολιτική διαφθορά. Γιατί όμως δεν πρέπει να είναι αποδεκτή αυτή η κατάσταση;
«Η ελευθερία του ενός σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου»: μέσα σε αυτή την μικρή περίοδο λόγου εκφράζεται η γενική ιδέα του θεσμού της Δημοκρατίας. Ενώ, λοιπόν, η Δημοκρατία παρέχει ελευθερία λόγου επιτρέποντας σε όλους να εκφέρουν την άποψή τους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν καταπατά τα δικαιώματα των υπολοίπων, ο φασισμός περιφρονεί την αξία αυτή επιβάλλοντας μία και μοναδική άποψη που εκφράζει μία συγκεκριμένη πλευρά και απαγορεύοντας σε άλλους να εκφράζουν διαφορετικές απόψεις. Έτσι, είτε πρόκειται για μια τεράστια ομάδα ανθρώπων είτε για ένα μόνο άτομο που έχουν χάσει τη φωνή τους, η Δημοκρατία έχει υπονομευτεί. Επομένως, φασιστικές πεποιθήσεις είναι αυτές που, ως επί το πλείστον, καταπατούν τα
δικαιώματα άλλων ανθρώπων γεγονός που σημαίνει ότι δεν πρέπει να προστατεύονται από τον δημοκρατικό θεσμό της ελευθερίας του λόγου.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως τέτοιου είδους βλαβερές και παραπλανητικές πεποιθήσεις πρέπει να καταδικάζονται, όχι μόνο από τη
Δικαιοσύνη αλλά και από εμάς, από την κοινωνία. Γιατί μας ενδιαφέρει να καταδικάζονται τέτοιου είδους απόψεις; Γιατί ως προσωπικότητες που ασπαζόμαστε τη δημοκρατική λογική πρέπει να υπερασπιζόμαστε τις αξίες μας και να μη θεωρούμε την υπερίσχυση της Δημοκρατίας αυτονόητη.
Διότι, αν δεν προσπαθήσουμε να ακουστούμε, είμαστε συνένοχοι στην καταπάτηση της Δημοκρατίας. Γιατί γι’ αυτό αγωνίστηκαν και πέθαναν οι επαναστάτες του ‘21, οι στρατιώτες του ‘40 και οι φοιτητές του Πολυτεχνείου. Αυτοί έχασαν της ζωές τους υπερασπιζόμενοι τη Δημοκρατία έναντι του φασισμού. Εμείς γιατί να μην μπορούμε ούτε απλώς να μιλήσουμε;
Εξάλλου η απόσταση ανάμεσα στη Δημοκρατία και τη Δικτατορία δεν είναι τόσο μεγάλη αφού μία μικρή και έμμεση παρατυπία μπορεί να ανατρέψει ριζικά ένα καθεστώς. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η άνοδος του Χίτλερ, ο οποίος χρησιμοποιώντας φαινομενικά δημοκρατικές διαδικασίες για την κατάληψη της εξουσίας χειραγώγησε τον γερμανικό λαό, τον έφερε με το μέρος του και τελικά επέβαλε ένα από τα πιο απάνθρωπα καθεστώτα της ιστορίας. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι η Δημοκρατία δεν είναι άτρωτη και ότι ο κλήρος πέφτει στην κοινωνία για να εναντιωθεί στις απειλές της.
Εν κατακλείδι, δεν πρέπει να λαμβάνουμε τη Δημοκρατία ως δεδομένη. Το δημοκρατικό πολίτευμα έχει φτάσει σε αυτή του τη μορφή μετά από πολλές γενιές ανθρώπων που επέλεγαν να την προασπιστούν. Απαιτεί υπευθυνότητα , γενναιότητα και καμία ανοχή προς τους υπονομευτές της.
Πηγές:
European Commission (χ.χ.), Anti-corruption. European Commission. Διαθέσιμο εδώ (προσπέλαση 22/11/2025).
Transparency International (2019), How corruption weakens Democracy. Transparency International. The global coalition against corruption. Διαθέσιμο εδώ (προσπέλαση 22/11/2025).
Δημοκρατική Παιδεία (χ.χ.), Δημοκρατία: όρια, κανόνες και περιορισμοί. Δημογραφική Παιδεία. Διαθέσιμο εδώ (προσπέλαση 22/11/2025).