Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Φοίνιξ

της Μελίνας Οικονόμου

Στη χιλιετή ζωή του δεν είχε φτιάξει ποτέ καμία φωλιά, αδυνατώντας να χορτάσει να τριγυρίζει στη Γη. Θεόσταλτος του Ήλιου ήτανε, αναγκασμένος σε πολύχρονη τροχιά που τον έφερε κάποτε στην ίδια τη χώρα του φωτός, την Ελλάδα. Άκουσε λόγια που τον μάγεψαν και πέρασε από ακτές και βουνά που τον άφηναν να χαζεύει, μα μετά από χρόνια πλανέματος στο μέρος που θεώρησε ριζικό του, έφυγε να δει αν και η υπόλοιπη υφήλιος μοιραζόταν τα ίδια κάλλη.

Ταξίδεψε ανατολικά, προς την Αίγυπτο, όπου γνώρισε τον Ρα, κήρυκα του πατέρα του, και ύστερα προς την Αραβία που λεγόταν πως ήταν η πατρίδα του. Όμως δεν είχε μήτε πατρίδα μήτε σπίτι, απλώς γνώριζε τόπους που, σε αντάλλαγμα για το φως του, του παρουσίαζαν την δική τους ομορφιά, καρπούς κι ανθρώπους. Μόνο ένα μέρος αγάπησε πραγματικά – τη χώρα εκείνη που τόσο ο ήλιος όσο και η θάλασσα την είχαν προικίσει. Και βρέθηκε λοιπόν σε ένα ταξίδι επιστροφής, προς την Ελλάδα.

Σαν έφτασε όμως πάνω από την αγαπημένη του, δεν υπήρχε το φως που της δώρισε, παρά μια σιδερένια νύχτα. Ο αέρας ήταν βαρύς σε αποπνικτικό επίπεδο. Πριν προλάβει να χαιρετήσει, αλυσίδα εξίσου βαριά του νέφους τού ρίχτηκε στον λαιμό και βρέθηκε να κράζει. Δεν πρόλαβε να δει τα υπεύθυνα για την πτώση του χέρια, μα θα ΄τανε πολλά για να μπορούν να ρίξουν το μεγάλο κορμί του. Τα ίδια χέρια τον σύρανε σε δρόμους ανώμαλους – κάτι παγωμένα, σκοτεινά στενάκια που έσφιγγαν τον κορμό του και τσαλάκωναν το χρυσό του πτέρωμα, του οποίου λάμψη ξεθώριαζε σιγά σιγά, ενώ λερωνόταν από το πορφυρό αίμα χάμω.

Γρήγορα φιμώθηκε, κλειδώθηκε και βρέθηκε άξαφνα σε ένα ύψωμα περιτριγυρισμένο από ομίχλη, που κανένα φως, ούτε το δικό του, μπορούσε να διαπεράσει. Σαν όμως να ήθελαν να τον στοιχειώσουν, να τον τιμωρήσουν για κάτι, τα μάτια του του επέτρεπαν να βλέπει γύρω του τα αποστερημένα πρόσωπα: ανθρώπων τρομαγμένων και με χέρια δεμένα πισώπλατα, νέων δακρυσμένων με σουφρωμένα χείλη, παιδιών ακίνητων και μπερδεμένων, κλαμένων μωρών που αποζητούσαν την μητρική αγκαλιά. Μια τραγωδία σ’ όψη και άκουσμα. Μόνο τα μάτια εκατοντάδων στρατιωτών ήταν χαμηλωμένα κι αδύνατο να τα δει, οι οποίοι άξαφνα βρέθηκαν να βαδίζουν προς το μέρος του. Ορισμένοι άφηναν ένα χνάρι από δάκρυα πίσω τους, ενώ άλλοι απλώς υψώσανε το κεφάλι και τον κοίταξαν κατάματα, μ’ αποτέλεσμα να τον φοβίσουν. Ήθελε να φύγει. Άνοιξε τα φτερά του μα μάταια. Δεν χωρούσε ούτε να κουνηθεί σ ’αυτό το κλουβί. Μόνο μια λύση υπήρχε. Να καεί. Να εξαφανιστεί. Μα όταν οι φλόγες ξεκίνησαν να τον τυλίγουν, κρύο νερό ρίχτηκε απάνω του και έμεινε σαστισμένος. Χέρια ανδρός που τον έριχναν, χέρια ανδρός που τον φυλάκιζαν, χέρια ανδρός που τον έβρεχαν… τι ήθελαν;

Ο ίδιος άνδρας ξεκίνησε -ή μάλλον ήταν δύο- να μιλούν στο πλήθος. Μόνοι χαμογελούσαν, μόνοι φώναζαν. Το πλήθος σιωπηλό, ούτε καν από επιλογή. Άκουγε τους δυο να μιλούν για αναστήλωση, σωτηρία, αναγέννηση. Για το φως που οι ίδιοι φυλάκισαν. Τώρα του έδωσαν σημασία. Τώρα ήταν ο δακτυλοδεικτούμενος, το κατόρθωμά τους. Κι οι φλόγες που άναψε για να γλιτώσει, να καεί, γίνανε το σύμβολο τους για επιστροφή σε ένα «μεγαλείο». Ένα ψέμα. Οι δύο άντρες, με τα στρατιωτικά καπέλα, άγγιξαν το φιμωμένο ράμφος του, ανάμεσα από τα δεσμά που οι ίδιοι βάλανε γύρω του, κι ένιωσε ένα κάψιμο ασυνήθιστο. Πώς κατάφεραν να κάψουν τον γιο του ήλιου; Και καθώς έτσουξε το έγκαυμά του, σκίρτησε όλο το πλήθος από κάτω σαν να ένιωθε τον ίδιο πόνο.

Και κύλησαν μέρες που του φάνηκαν πιο αργόσυρτες από τις χιλιετίες που είχε ζήσει, και περνούσαν με λουσίματα όλο και πιο κρύα. Και η φωνή του σιγά σιγά να εξασθενεί και να σκέφτεται να γελάσει ή να κλάψει, να φωνάξει ή να σωπάσει. Όμως μια μέρα, μια Νοεμβριανή μέρα, ανέβηκαν στο ύψωμα που τον είχαν στήσει εκατοντάδες νέοι. Με πανό, ντουντούκες και μια φασαρία πιο
γαλήνια από την επιβαλλόμενη σιωπή. Και ξοπίσω τους άνθρωποι να τους εμποδίζουν να βαδίζουν και να τους αλυσοδένουνε, μα εκείνοι προχωρούσαν. Κι ένιωσε στο πτέρωμά του μια ζεστασιά όχι επώδυνη, μα σαν εκείνη τη γλυκιά που ένιωθε όταν πετούσε ελεύθερος πάνω από αυτά τα ίδια ελληνικά εδάφη.

Και έφτασαν οι νέοι να ξεκλειδώσουν το κλουβί του τραβώντας όλοι μαζί, όμως τανκς από πίσω τους πρόφτασαν μόλις αυτό φτερούγισε και βάφτηκε ξανά το χώμα το ίδιο πορφυρό χρώμα με τα φτερά του. Αίμα χύθηκε γιατί προσπάθησαν να τον βγάλουν από το κλουβί του. Αίμα που σαν το αντίκρισε, γέμισε οργή παρά θλίψη. Σαν χέρια αιματοβαμμένα να προσπάθησαν να τον ξανακρατήσουν, να τον εμποδίσουν να πετάξει. Το πήρε απόφαση. Κι άναψε φλόγες γύρω του που κάψαν τη γη και τα πτώματα ώστε να αναπαυθούν και τα σίδερα και φίμωτρα που τόσο σιχαινόταν. Έκαιγε κι έκαιγε κι έκαιγε, χωρίς σταματημό, μ’ αυτή ήταν η πραγματική αναγέννηση, εκκαθάριση της χώρας. Έκαιγε, ώσπου πέθανε.

Μα ο φοίνικας, αυτό το φωτεινό πλάσμα, είναι φτιαγμένος για να ζει πάντα. Γι’ αυτό ούτε καίγεται ούτε χάνεται· πάντα επιστρέφει, ο ίδιος γιος του ήλιου μέσα σε νέο σώμα. Κι όπως εκείνος, έτσι και η ζωή του θα ξαναζήσει από την αρχή, αναπόφευκτα. Είναι άραγε αυτό μια τιμωρία; Μια υπενθύμιση της ματαιότητας αυτού του αγώνα; Ή μήπως μια ακόμη ευκαιρία;

Κείμενα έμπνευσης, λέξεις και φράσεις από:
Ρίτσος, Γ. (1972). Επιτάφιος, Αθήνα: Κέδρος,
Αναγνωστάκης, Μ. (1971). Τα Ποιήματα, Αθήνα: Νεφέλη,
Καμπανέλλης, Ι. (1974). Το Μεγάλο Μας Τσίρκο, δίσκος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος), Ελλάδα: Columbia.
Ρίτσος, Γ. (1975). Μικρόκοσμος, στίχοι: Ναζίμ Χικμέτ, δίσκος Πολιτικά τραγούδια, μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Ελλάδα: Lyra,